Χαράλαμπος Β. Αγγελάκης*
Πρόσφατα υπέπεσε στην αντίληψη μου μέσα από την έρευνα μου σε νοταριακά συμβόλαια του 16ου αιώνα στην Κρήτη, η πληρωμή ενός επιπλέον εξόδου στις συμφωνίες ενοικίασης και καλλιέργειας αγροκτημάτων το οποίο ονόμαζαν «εμπατίκι». Ανατρέχοντας λοιπόν τις πηγές, διαβάζουμε στην μελέτη του Χαράλαμπου Γάσπαρη (1997) «Η γη και οι αγρότες στην μεσαιωνική Κρήτη» ότι το εμπατίκι ήταν μια επιπλέον πρόσοδος την οποία πλήρωναν στον γαιοκτήμονα οι καλλιεργητές οι οποίοι φύτευαν στην γη του, ακολουθώντας την πρακτική της «εμφύτευσης» ή «παροικίας» όπως ονομαζόταν από τους βυζαντινούς χρόνους. Στην βυζαντινή εποχή, ο όρος εκφράζει επίσης τις προσόδους «εισδεκτικόν» ή «ανακαμπτικόν» που πλήρωνε πέραν των υπόλοιπων εξόδων της ενοικίασης ή εμφύτευσης ο καλλιεργητής και μπορεί να αφορούσε χρηματικό ποσό ή ποσότητες αγροτικών προϊόντων. Ετυμολογικά το εμπατίκι φαίνεται να προέρχεται από το ρήμα εμβαίνω-μπαίνω. «Εμπασά» ονομάζουμε στην Κρήτη την είσοδο και προφανώς το έξοδο αυτό προέρχεται από την παραχώρηση του δικαιώματος από τον γαιοκτήμονα στον καλλιεργητή να εισέλθει, να μπει και να καλλιεργήσει το χωράφι του. Σε ετυμολογική ανάλυση της Στερεάς Ελλάδας, διαβάζουμε την ανάλυση του κ.Τούμπουρου, νομικού και συγγραφέα: «μπαχτίκι είναι το έδαφος, χωράφι καρπερό και αφράτο που σκάβεται εύκολα με το υνί ή με το τσαπί». Μάλλον από τη λέξη έμβαση > έμπαση > έμπα > εμπαχτίκι > μπαχτίκι ή αλλιώς εμπατίκι > μπατίκι > μπαχτίκι. Στις προικώες συναλλαγές, η λέξη μπαχτίκι, απέκτησε πολλαπλό νόημα μην εκφράζοντας μόνο το καλό χωράφι, αλλά κάθε καλό κινητό περιουσιακό στοιχείο που έδινε ο πεθερός στον γαμπρό επιπλέον κατά την είσοδο του στο σπίτι (έμπα) για να πάρει την νύφη και να οδηγηθούν στην εκκλησία. Αντίστοιχα στην Βενετική περίοδο στην Κρήτη εκτός από την προίκα υπήρχαν και τα χαρίσματα του γαμπρού, που αφορούσαν επιπλέον δώρα που έπαιρνε ο γαμπρός συνήθως από την δική του οικογένεια. Είναι πολύ πιθανόν δε, χωρίς να θέλω να εκτελώ λογικά άλματα, οι Οθωμανοί διατηρώντας τις βυζαντινές γεωργικές πρακτικές, να δανείστηκαν την λέξη «μπαχτσές» από αυτήν την γεωργική πρακτική καλλιέργειας, που σημαίνει ουσιαστικά το χωράφι στο οποίο έχω δικαίωμα να καλλιεργήσω αγροτικά προιόντα και σήμερα παραμένει και στη δική μας γλώσσα ως αντιδάνειο σαν μπαξές ενώ ο κηπουρός ως μπαξεβάνης. Όλες αυτές οι πρακτικές και οι συνήθειες πέρασαν ως τις μέρες μας μας κατά περίεργο τρόπο και στην γαμήλια και μουσική μας παράδοση, όπου υφίστανται ακόμα και σήμερα τα χαρίσματα στον γάμο από τους καλεσμένους αλλά και το «μπαξίσι» ή χάρισμα στο χορό που εννοιολογικά σημαίνει ακριβώς αυτό: δίνω χρήματα στην ορχήστρα για να μου δώσει το δικαίωμα να εισέλθω-μπώ στον χορό ή για να εκτελεστεί η παραγγελία μου. Χωρίς λοιπόν να το γνωρίζουμε ίσως διατηρούμε στην μνήμη και στις παραδόσεις μας μια παλαιότατη συνήθεια και πρακτική που ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους της πατρίδας μας.
*Ο Χαράλαμπος Β. Αγγελάκης είναι Υποψήφιος διδάκτορας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

